Γιατί επέλεξα την Αναγεννητική Ιατρική και τις ορθοβιολογικές θεραπείες

Το ενδιαφέρον μου για την Αναγεννητική Ιατρική και τη Βιορθοπαιδική ξεκίνησε από ένα απλό αλλά σημαντικό ερώτημα: Πώς θα μπορούσα να βοηθήσω έναν ασθενή να μειώσει ή να απαλλαγεί από τον πόνο και να διατηρήσει τη λειτουργικότητα της άρθρωσης πριν καταστεί αναγκαία η χειρουργική αντιμετώπιση;

Το 2007, ενσωμάτωσα το PRP (Platelet-Rich Plasma) στην φαρέτρα μου, έχοντας παρακολουθήσει στενά τα νέα επιστημονικά δεδομένα και έχοντας ολοκληρώσει την απαραίτητη εκπαίδευση. Εκείνη την εποχή, το PRP αποτελούσε μια εξελισσόμενη θεραπευτική προσέγγιση στην ορθοπαιδική. Πίστευα, όμως, ότι θα μπορούσε να αποτελέσει μια σημαντική θεραπευτική επιλογή για προσεκτικά επιλεγμένους ασθενείς.

Στόχος μου δεν ήταν να αντικαταστήσω τη χειρουργική θεραπεία, αλλά να διευρύνω το φάσμα των επιστημονικά θεραπευτικών επιλογών που θα μπορούσα να προσφέρω στους ασθενείς μου. Τα επόμενα χρόνια απέκτησα εκτεταμένη κλινική εμπειρία στη χρήση του PRP, αντιμετωπίζοντας ένα ευρύ φάσμα μυοσκελετικών παθήσεων, ενώ παράλληλα αξιολογούσα συστηματικά τα αποτελέσματα της θεραπείας και παρακολουθούσα διαρκώς τις εξελίξεις στη διεθνή επιστημονική κοινότητα.

Το 2017, προχώρησα εφαρμόζοντας στην κλινική πρακτική μου τη μέθοδο των βλαστοκυττάρων από λιπώδη ιστό και πάλι σε περιορισμένο και προσεκτικά επιλεγμένων αριθμό ασθενών, των οποίων το κλινικό προφίλ υποδείκνυε ότι ενδεχομένως θα μπορούσαν να ωφεληθούν από αυτή την θεραπευτική μέθοδο. Καθώς λοιπόν η εμπειρία μου αυξανόταν, τα αποτελέσματα των ασθενών αξιολογούνταν προσεκτικά και τα επιστημονικά δεδομένα εξελίσσονταν, διεύρυνα σταδιακά τη χρήση των βιολογικών θεραπειών σε ασθενείς με τις κατάλληλες ενδείξεις.

Σήμερα, η φιλοσοφία μου παραμένει αμετάβλητη. Κάθε ασθενής χρήζει ακριβή διάγνωση, προσεκτική αξιολόγηση του ιατρικού ιστορικού, εξατομικευμένο θεραπευτικό πρωτόκολλο, ειλικρινή ιατρική συμβουλή η οποία βασίζεται στα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα.

Η αναγεννητική ιατρική και οι ορθοβιολογικές θεραπείες δεν αποτελούν θεραπευτικές προσεγγίσεις που εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ασθενείς, ούτε αποτελούν υποκατάστατο της χειρουργικής αντιμετώπισης όταν αυτή είναι σαφώς ενδεδειγμένη. Αποτελούν μέρος μιας ολοκληρωμένης ορθοπαιδικής αξιολόγησης, η οποία βασίζεται στην κλινική εμπειρία, την ακριβή διάγνωση και τη λήψη θεραπευτικών αποφάσεων με βάση τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα. Η θεραπευτική αντιμετώπιση εξατομικεύεται για κάθε ασθενή και μπορεί να είναι συντηρητική ή χειρουργική, ανάλογα με την πάθηση, τις ανάγκες και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του.

Η δέσμευσή μου ως ορθοπαιδικός χειρουργός ήταν και παραμένει μία: Η κατάλληλη θεραπεία – στον κατάλληλο ασθενή – την κατάλληλη στιγμή.